Ο 74χρονος βρετανός ποδηλάτης Ian Hibell, που εδώ και 40 χρόνια γυρνούσε τον κόσμο με το ποδήλατό του, σκοτώθηκε και εγκαταλείφθηκε από Έλληνα ΙΧ.![]()
Ωστόσο η αγάπη του για τα ποδήλατα του ήταν απεριόριστη. Τα έπαιρνε λασπωμένα όπως ήταν στα δωμάτια ξενοδοχείων και γαντζωνόταν πάνω τους για να μην τα αποχωριστεί όταν κλέφτες του αφαιρούσαν τα υπόλοιπα πράγματα του. Το αγαπημένο του ήταν ένα με σκελετό Freddie Grubb, σωλήνες Reynolds 531, τοποθετημένους επάνω σε μια βάση 42 ιντσών, ειδικά σχεδιασμένη για να αντέχει το έξτρα βάρος από τα ειδικά κατασκευασμένα φλασκιά του από δέρμα κατσίκας. Ταχύτητες Campagnolo Nuevo Record εμπρός και πίσω, διπλές ακτίνες Robregal 14-16 και πετάλια Christophe. Ήταν τόσο ελαφρύ, που κάτι πιτσιρίκια στο Newfoundland του Καναδά τον κορόιδεψαν ότι θα σπάσει σύντομα. Κι όμως άντεξε για 160.000 χιλιόμετρα.
Τα ποδήλατα του σπάνια τον πρόδιδαν. Όταν προσπαθούσε να ξεφύγει από τα βέλη της φυλής Turkana στη Βόρεια Κένυα, ένοιωσε την αλυσίδα να κόβεται, αλλά κατάφερε να διαφύγει σώος και αβλαβής. Το 2006, στα 72 του χρόνια, διέσχισε την Κίνα από το Βορρά μέχρι το Νότο, έχοντας μόλις 3 ανταλλακτικά φρένων, και σπασμένο πίσω φρένο. Στο βιβλίο του “Into the Remote Places” (1984), περιγράφει το ποδήλατό του σαν συντροφιά, δεκανίκι και φίλο. Περιγράφει «είναι υπέροχο να ξεκινάς τα χαράματα και να ακούς τον ήρεμο μουρμουρητό των τροχών, τα δερμάτινα λουριά να πασχίζουν να κρατήσουν το βάρος των αποσκευών και κάτι να κουδουνίζει μέσα στις τσάντες. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο κύριος Hibell κοντός, γεροδεμένος, και όχι ιδιαίτερα σβέλτος. Αλλά κατεβαίνοντας το λόφο με τον αέρα να χτυπά το πρόσωπό του και τα τοπία να εναλλάσσονται γύρω του ένοιωθε «μοναδικότητα με τα πάντα» ή «σχεδόν θεός».
Η ανθρώπινη συντροφιά δεν τον ενθουσίαζε τόσο. Οι συνταξιδιώτες του συχνά αποδεικνύονταν ατομιστές, βίαιοι, αναξιόπιστοι και δεν εκτιμούσαν την μεθοδικότητα του κύριου Hibell να στήνει τη σκηνή του και να σχεδιάζει σχολαστικά την πορεία του, οπότε και συχνά τον εγκατέλειπαν (παίρνοντας μάλιστα μαζί τους ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος του εξοπλισμού). Ωστόσο υπήρξαν και εξαιρέσεις, όπως όταν διασχίζοντας κακοτράχαλα μονοπάτια στο Peru, βρήκε τον έρωτα στο πρόσωπο της όμορφης Laura, ξεπερνώντας την ντροπή του για τις γυναίκες. Αλλά και όπως όλοι αυτοί οι ανώνυμοι που συνάντησε στα ταξίδια του, όπως οι Κινέζοι χωρικοί που τον φιλοξένησαν στα αγροτόσπιτα τους, οι Ινδιάνοι της Αμαζονίας που τον οδήγησαν μέσα στη ζούγκλα και δυο παιδιά Tuareg που του προσέφεραν δαμάσκηνα και τσάι όταν περιπλανιόταν στην ατελείωτη έρημο.
Σε μια ζωή γεμάτη κινδύνους, από μυρμήγκια στρατιώτες μέχρι πραγματικούς στρατιώτες, οι οδηγοί αυτοκινήτων αποτέλεσαν τον μεγαλύτερο εχθρό του. Πολλές φορές κόντεψαν να τον χτυπήσουν, ενώ άλλες του πέταξαν μπουκάλια (στη Νιγηρία) και αμμοχάλικα (στη Βραζιλία). Στην Κίνα, το 2006, ένα φορτηγάκι τον έριξε κάτω και πέρασε πάνω από το χέρι του, αλλά επιβίωσε και από εκεί. Ωστόσο η τύχη του δεν κράτησε για πολύ. Τερμάτισε στην Εθνική οδό Αθήνας-Θεσσαλονίκης τον περασμένο Αύγουστο, όταν τον χτύπησε θανάσιμα (και τον παράτησε) αυτοκίνητο που έκανε αυτοσχέδιες κόντρες.
Economist, 13.9.08 (μτφρ. Σταύρος Σταματούκος)
Δείτε το βίντεο
Αντίστοιχα στα Γιάννενα προ 4 ετίας περίπου, μεθυσμένος οδηγός “καβάλλησε” πεζοδρόμιο με το φορτηγάκι του, όπου περπατούσε ένας γέροντας με την εγγονή του. Η εγγονή διασώθηκε, αλλά ο γέροντας που είχε επιβιώσει από το Νταχάου ( είχε την σφραγίδα του αριθμού στον καρπό του) σκοτώθηκε επί τόπου.
Η αστυνομία γνωρίζει τον μεθυσμένο οδηγό ( επειδή είναι συνεργάτης της ) και ο οποίος αφού έβαψε με άλλο χρώμα ( καφέ) το φορτηγάκι του εξακολουθεί να πίνει μπύρες σε καφενεία της πόλης και των περιχώρων.