Σύμφωνα με Έκθεση της Υποεπιτροπής Υδατικών Πόρων προς την Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής, για τις περισσότερες λίμνες της χώρας μας δεν υπάρχουν στοιχεία ως προς την ποιοτική κατάστασή τους. Για όσες υπάρχουν στοιχεία η κατάστασή τους είναι από μέτρια έως κακή.
Πιο συγκεκριμένα, και σύμφωνα με το πόρισμα και τις προτάσεις της Επιτροπής:
1. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Οδηγίας 2000/60, έχουν οριστεί 50 λίμνες σημαντικού μεγέθους στην Ελλάδα (σημειώνεται ότι η Οδηγία θέτει ένα κατώτερο όριο μεγέθους κάτω από το οποίο δεν είναι υποχρεωμένη καμία χώρα να ορίσει υδάτινα σώματα.
2. Από τις 50 λίμνες, οι 24 είναι φυσικές και οι 26 τεχνητές. Στο δίκτυο NATURA 2000, έχουν ενταχθεί 26 λίμνες.
3. Η κατανομή των λιμνών είναι άνιση, με τα υδατικά διαμερίσματα της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και της Δυτικής Μακεδονίας να περιλαμβάνουν το μεγαλύτερο αριθμό λιμνών και τα υδατικά διαμερίσματα των νήσων Αιγαίου και της Ανατολικής Πελοποννήσου να μην έχουν καμία σημαντική σε μέγεθος λίμνη στην επικράτεια τους.
4. Σε ότι αφορά στην ταξινόμηση της οικολογικής κατάστασης των λιμνών (με βάση το βιολογικό ποιοτικό στοιχείο του φυτοπλαγκτόν), προκύπτει ότι για 32 λίμνες η κατάσταση είναι άγνωστη, ενώ από τις υπόλοιπες 18 λίμνες, οι 16 ευρίσκονται σε μέτρια, ελλιπή ή κακή κατάσταση.
5. Η οικολογική κατάσταση των 50 λιμνών αποτυπώνεται στον πίνακα:
6. Λίμνες με ευαισθησία ως προς τον ευτροφισμό είναι οι: Βεγορίτιδα, Βιστωνίδα, Βόλβη, Δοιράνη, Ζάζαρη, Καστοριάς, Λαγκαδά, Λυσιμαχία, Κερκίνη, Παμβώτιδα, Παραλίμνη, Πετρών, Υλίκη και Χειμαδίτιδα.
7. Ως γενική διαπίστωση ισχύει ότι οι ορεινές τεχνητές λίμνες της ΔΕΗ και οι λίμνες που χρησιμοποιούνται για πόσιμο νερό, είναι γενικότερα σε καλύτερη κατάσταση από ότι οι πεδινές φυσικές λίμνες οι οποίες δέχονται μεγάλες πιέσεις.
8. Οι πιέσεις στις λίμνες προέρχονται από τη γεωργία (υπεράντληση, αλόγιστη χρήση λιπασμάτων), από τις αλλαγές χρήσης γης στη λεκάνη απορροής των υγροτόπων και των λιμνών, από τη διάθεση ανεπεξέργαστων λυμάτων, κ.α.
Όσον αφορά την προστασία των ελληνικών λιμνών από τη σκοπιά των Φορέων Διαχείρισης:
1. Οι Φορείς Διαχείρισης έχουν λειτουργήσει, παρά τις ελλείψεις τους, ως θύλακες προστασίας και ανάδειξης προστατευόμενων περιοχών.
2. Αν και οι Φορείς Διαχείρισης θεσμοθετήθηκαν για την προστασία και ανάδειξη προστατευόμενων περιοχών, το θεσμικό πλαίσιο που τους διέπει καθιστά δυσχερή την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων και πολιτικών.
3. Οι βασικές πιέσεις που καταγράφονται αφορούν σε καταπατημένες εκτάσεις (που έχουν μετατραπεί σε οικισμούς ή καλλιεργούμενες), στη δημιουργία χωματερών, στη μη τήρηση των εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων από επιχειρήσεις και ιδιώτες, στις παράνομες αμμοληψίες, στην παράνομη αλιεία, στις επιχωματώσεις υγροτοπικών εκτάσεων, κ.α.
4. Καταγράφεται συχνά ανοχή στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για παραβατικές συμπεριφορές ιδιωτών ή και τοπικών φορέων, με αποτέλεσμα να παγιώνονται πιέσεις στο φυσικό περιβάλλον.
5. Η συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες είναι συχνά προβληματική, ενώ όπου επιτυγχάνεται βοηθά σημαντικά στην προστασία και την ανάδειξη της προστατευόμενης περιοχής.
6. Στο πλαίσιο εφαρμογής του Σχεδίου ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ πρέπει να αναθεωρηθούν οι σχέσεις συνεργασίας μεταξύ των νέων Δήμων και των κατά περίπτωση Φορέων Διαχείρισης με κατεύθυνση την ισχυροποίηση του ρόλου των Φ.Δ. στη λήψη τοπικών αποφάσεων.
7. Για ορισμένους Φορείς Διαχείρισης απαιτείται ενίσχυση της στελέχωσης τους με επιστημονικό και διοικητικό προσωπικό. Σε ότι αφορά στις πιστώσεις που διατίθενται για τη λειτουργία τους έχουν κατατεθεί τεχνικά δελτία προς χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ. Είναι αναγκαίο η χρηματοδότηση αυτή να μην εξαντλείται στις δαπάνες λειτουργίας των Φ.Δ. αλλά να δίνει τη δυνατότητα και για την κατάρτιση και εφαρμογή των αναγκαίων Διαχειριστικών Σχεδίων.
8. Συχνά καταγράφεται αδυναμία των Φ.Δ. να παρακολουθούν και να αξιολογούν την εφαρμογή των κανονιστικών όρων και περιορισμών που επιβάλλονται από την ΚΥΑ 6919/2004 και τους κανονισμούς διοίκησης και λειτουργίας. Το ίδιο ισχύει και σε ότι αφορά στην παροχή γνωμοδοτήσεων πριν την έκδοση της Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης αλλά και την έγκριση Περιβαλλοντικών Ορων των έργων και δραστηριοτήτων που υλοποιούνται στην περιοχή ευθύνης τους.
Για την προστασία των λιμνών προτείνεται από την Επιτροπή:
1. Η οριοθέτηση τους κατά απόλυτη προτεραιότητα και σε 2η φάση ο καθορισμός ζώνης άμεσης προστασίας, η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη από τα 100m πλάτος. Προτείνονται επίσης η παύση υδροληψίας με απευθείας άντληση παρά μόνο από προκαθορισμένα και εγκεκριμένα σημεία άντλησης, η δημιουργία υποχρεωτικά στεγανών βόθρων ή δικτύου αποχέτευσης ή και μεταφοράς σε βιολογικούς καθαρισμούς των αστικών αποβλήτων χωριών ή και μικρών πόλεων, έτσι ώστε να καταργηθούν οι απορροφητικοί βόθροι τουλάχιστον στους οικισμούς που άπτονται σε υδάτινα σώματα ή βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη από τα 500m από αυτά και την απαγόρευση διάτρησης γεωτρήσεων σε απόσταση τουλάχιστον 200m από τον ποταμούς ή λίμνες με παράλληλη πρόβλεψη για τη στεγάνωση των αδειοδοτημένων αρδευτικών γεωτρήσεων.
2. Η ποιοτική κατάσταση των υδατικών πόρων θα πρέπει να επαναξιολογηθεί στα πλαίσια της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, ώστε πέρα από τις κλασικές φυσικοχηµικές παραµέτρους να διερευνηθεί η οικολογική κατάστασης των επιφανειακών και υπογείων υδάτων ως προς βιολογικές παραµέτρους και τις ουσίες προτεραιότητας.
3. Η αξιολόγηση της ποιοτικής κατάστασης θα πρέπει να υποστηριχθεί από ένα ενιαίο και πυκνό δίκτυο παρακολούθησης που θα λειτουργεί υπό την αιγίδα του ΥΠΕΚΑ. Στο δίκτυο αυτό θα συνδέονται επιμέρους δίκτυα που λειτουργούν σε τοπική κλίμακα ή δίκτυα/μετρητικοί σταθμοί που ενεργοποιούνται για περιορισμένο χρονικό διάστημα στα πλαίσια ερευνητικών προγραμμάτων. Η ορθολογική λειτουργία ενός τέτοιου δικτύου επιβάλλει την τυποποίηση των µεθοδολογιών λήψης και επεξεργασίας των µετρήσεων, την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών (τηλεµετρία, τηλεπισκόπηση), τη διοικητική αναδιάρθρωση της στελέχωσης των υδρολογικών υπηρεσιών των διαφόρων φορέων και την εκπαίδευση του προσωπικού τους, ειδικότερα αυτού των χαµηλότερων βαθµίδων (παρατηρητές, υδροµετρητές).
4. Για τη διατήρηση αλλά και αναβάθµιση της ποιότητας των υδάτων είναι απαραίτητη η λήψη µέτρων για τον έλεγχο της ρύπανσης των νερών στην πηγή (αστικά και βιοµηχανικά απόβλητα). Προτείνεται:
α) η ενίσχυση των περιβαλλοντικών ελέγχων από την ΕΥΕΠ,
β) η διατήρηση μητρώου περιβαλλοντικών παραβάσεων με ανάρτηση τους στο διαδίκτυο,
γ) η μείωση του φορολογικού βάρους των φορέων της μεταποίησης που εκσυγχρονίζουν τις περιβαλλοντικές υποδομές τους (διαχείριση λυμάτων και απορριμμάτων) και περιορίζουν το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα,
δ) η υποχρεωτική συνάρτηση αναπτυξιακών επιδοτήσεων με την υιοθέτηση τεχνολογιών και τεχνικών για τη μείωση της ρύπανσης στην πηγή.
ε) η ασφάλιση των φορέων έναντι του κινδύνου περιβαλλοντικής ζημίας.
5. Για την εφαρμογή της Οδηγίας για την Περιβαλλοντική Ευθύνη, είναι αναγκαία η κατάρτιση μελετών υποβάθρου για την κατάσταση των επιφανειακών και υπογείων υδάτων για το σύνολο της επικράτειας. Οι μελέτες αυτές θα επιτρέψουν τη σύγκριση της κατάστασης κάθε υδατικού αποδέκτη πριν και μετά ανθρωπογενή επέμβαση.

