H άνοδος του λεγόµενου «Κράτους-Αξιολογητή» (evaluative state) / H αξιολόγηση στην ανώτατη εκπαίδευση

Eνδεικτική εκλογή από το άρθρο: cepolina.jpg∆ύο «αδελφοί» νόµοι συνεχίζουν την «οικογενειακή παράδοση» / του ∆ιονύση Σ. Γουβιά Λέκτορα Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστηµίου Αιγαίου http://alfavita.gr/artra/goubias07.pdf 

…… 

Το συγκεκριµένο είδος αξιολόγησης δεν προωθείται µόνο στη χώρα µας, ούτε αφορά µόνο την Τριτοβάθµια Εκπαίδευση. Έχει να κάνει µε γενικότερες πολιτικο-οικονοµικές εξελίξεις
 σε παγκόσµιο επίπεδο καθώς και µε συγκεκριµένα προτάγµατα του ηγεµονικού Λόγου (discourse) ο οποίος είναι απαραίτητος για να νοµιµοποιηθούν στα µάτια των µαζών οι ιδιαίτερες εκείνες ιδεολογίες του νεο-φιλελευθερισµού & νέο-συντηρητισµού, σε συνδυασµό µε έναν «ουδετεροποιητικό» τεχνοκρατικό ορθολογισµό (technocratic rationality), ο οποίος χαρακτηρίζει όλο εκείνο το σύνολο των στάσεων, πεποιθήσεων και πρακτικών (πολιτικών και άλλων) που συνδέονται µε τα «νέα µεσαία στρώµατα» και τον λεγόµενο «Τρίτο ∆ρόµο».Παρουσιάζεται δε, όπως άλλωστε και σε άλλες χώρες της ‘∆ύσης’ όπου εφαρµόζεται, ως «εξωτερική» (external), «αντικειµενική» (objective), βασισµένη στο τελικό «προϊόν» (product-based) αξιολόγηση, σύµφωνα µε την οποία η µάθηση –άρα και η όλη εκπαιδευτική διαδικασία που οδηγεί σε αυτήν— µπορεί να «µετρηθεί» επακριβώς µέσα από την επίτευξη ορισµένων προκαθορισµένων «στόχων» (τη λεγόµενη technocratic-reductionist προσέγγιση), χωρίς να δίνεται µεγάλη σηµασία («αξία» δηλαδή) στο ευρύτερο πλαίσιο (εκπαιδευτικό και κοινωνικό) µέσα στο οποίο διεξάγονται οι µαθησιακές διαδικασίες (τη λεγόµενη Το συγκεκριµένο είδος αξιολόγησης σχετίζεται, επίσης, µε σηµαντικές αλλαγές που επήλθαν στις λειτουργίες του µετα-πολεµικού Κράτους, τουλάχιστον όπως αυτό διαρθρώνεται σε προηγµένες (οικονοµικά και τεχνολογικά) χώρες του «αγγλοσαξονικού κόσµου», και στην άνοδο του λεγόµενου «Κράτους¬Αξιολογητή» (evaluative state, σύµφωνα µε τον G. Neave).
……

Πλέον παρατηρείται ότι αλλάζει άρδην η µέχρι σήµερα σχέση Κράτους-Εκπαίδευσης (δηµόσιας τουλάχιστον), και περνάµε από την a priori στην a posteriori αξιολόγηση, όπου δίνεται έµφαση (όχι τυχαία) από τη «διαδικασία» στο «αποτέλεσµα». Έτσι, φαίνεται –σε µια αυξανόµενη µερίδα χωρών, σύµφωνα µε τους µελετητές— ότι, σε µια διαδικασία άκρως ιεραρχική, όπου φυσικά οι «από πάνω» ποτέ δεν πρόκειται να αξιολογηθούν, αυτό πάνω στο οποίο θα κρίνονται οι «από κάτω» (βλ. µαθητές/ φοιτητές/ σπουδαστές, από τη µια, και εκπαιδευτικοί, από την άλλη), θα είναι ο βαθµός επίτευξης ή µη κάποιων προκαθορισµένων «στόχων», χωρίς να δίνεται σηµασία στο κοινωνικο-οικονοµικό πλαίσιο, την ιστορική συγκυρία, τις θεσµικές συνισταµένες και –πάνω από όλα— τις τρέχουσες πολιτικές «ισορροπίες». Μερικά µόνο παραδείγµατα, από τον κατάλογο µε τα «κριτήρια» και τους «δείκτες» αξιολόγησης που έστειλε πρόσφατα η Α∆ΙΠ σε όλα τα ΑΕΙ (Πανεπιστήµια & ΤΕΙ) της χώρας, είναι ενδεικτικά.

Ήδη, το δηµόσιο Πανεπιστήµιο υφίσταται και την «εκ των έσω» πίεση από ισχυρές οµάδες πανεπιστηµιακών οι οποίες, σε αγαστή συνεργασία µε το εκάστοτε Υπουργείο Παιδείας, αναπτύσσουν «επιχειρηµατική δραστηριότητα» και εισάγουν αγοραίους κανόνες βιωσιµότητας, ανταγωνιστικότητας και αποδοτικότητας, αξιοποιώντας τη διαχείριση εξωτερικά χρηµατοδοτούµενης ερευνητικής δραστηριότητας αλλά και κοινοτικών προγραµµάτων. Τώρα πλέον, θεωρείται δεδοµένο ότι οι ακαδηµαϊκοί θα «κυνηγούν» (κυριολεκτικά) τη χρηµατοδότηση ιδιωτών (αυτό βαπτίζεται ως «µηχανισµοί και διαδικασίες για την ανάπτυξη συνεργασιών» ή «στρατηγική ακαδηµαϊκής ανάπτυξης»), τόσο για να επιβιώσουν οι ίδιοι/ες, αλλά και για να παράγουν ένα ελάχιστο διδακτικού & ερευνητικού έργου. Αναρωτιέµαι πάντως σε ποιου είδους «εκπόνηση τοπικών /περιφερειακών σχεδίων ανάπτυξης» (δείκτης 4.5.4) µπορεί να προβεί ένα Παιδαγωγικό Τµήµα Νηπιαγωγών, ή ένα Τµήµα Νεοελληνικής Φιλολογίας, και αν δεν «µπορέσει» τελικά, τι µέλλει γενέσθαι µε τη χρηµατοδότησή του;

Αυτά είναι µόνο µερικά από τα πολλά ερωτήµατα που µου έχει δηµιουργήσει ο κατάλογος µε τα «κριτήρια» και τους «δείκτες» αξιολόγησης που έστειλε η Α∆ΙΠ, και φαντάζοµαι πως δεν είµαι ο µόνος που αγωνιώ για το µέλλον αν εφαρµοστεί, µε τον ισοπεδωτικό τρόπο που περιέγραψα παραπάνω, ο νόµος 3374/2005. Όπως προείπα, ο νέος Νόµος-Πλαίσιο δεν µου αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, αλλά αναµένω από τους/τις συναδέλφους µου, που θα πρέπει –επιτέλους— να καταλάβουν το νόηµα των προσφάτων θεσµικών ρυθµίσεων, να στείλουν αισιόδοξα µηνύµατα µε τη µελλοντική τους στάση, µέσα στους και έξω από τους ακαδηµαϊκούς χώρους

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *