Βιολογικά μετ’ εμποδίων

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 13/02/2008

Αδυναμίες στην οργανωτική δομή, ελλείψει νομοθετικού πλαισίου, συνεχίζουν να έχουν οι πρότυπες λαϊκές αγορές βιολογικών προϊόντων, παρά τη συνεχή προσπάθεια των βιοκαλλιεργητών να ενισχύσουν την παρουσία τους στην ελληνική αγορά.
Απουσιάζουν ο σχεδιασμός και η χωροταξική κατανομή των αγορών αυτών και τώρα τελευταία υπάρχει καλύτερη ενημέρωση από τα ΜΜΕ για το πού και το πότε γίνονται οι Πρότυπες Λαϊκές Αγορές Βιολογικών Προϊόντων (Π.Λ.Α.ΒΙ.Π.).

Μια βόλτα στην Αθήνα, όπου πραγματοποιούνται εβδομαδιαίως δεκαεπτά Π.Λ.Α.ΒΙ.Π., είναι αρκετή για να γνωρίσει κανείς και τις δύο όψεις: και τις λαϊκές δηλαδή που διαθέτουν μεγάλη ποικιλία και επάρκεια στα προϊόντα τους, έχουν τα χαρτιά πιστοποίησης σε εμφανή σημεία και είναι εύκολα προσβάσιμες και τις άλλες, που διαθέτουν ελάχιστους πάγκους, όπως π.χ. η Γλυφάδα και το Κολωνάκι.

Απουσία οργάνου

Σύμφωνα με την πλειονότητα των παραγωγών-εκθετών, η απουσία ενός θεσμοθετημένου οργάνου από την πολιτεία αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν στη λειτουργία, γι’ αυτό και παρατηρούνται αυτές οι αδυναμίες που αδικούν τη συλλογική προσπάθεια που καταβάλλεται για να υπάρχει μεγαλύτερη αντιπροσώπευση παραγωγών και προϊόντων στις Π.Λ.Α.ΒΙ.Π.

Παρά τις όποιες αδυναμίες, στις αγορές της Αθήνας θα βρει κανείς προϊόντα από κάθε γωνιά της χώρας: φρούτα από την Ημαθία, ελιές, λάδι, ξίδι, κρασί από την Αττική, την Εύβοια και την Πελοπόννησο, ζαρζαβατικά (μαρούλι, λάχανο, τομάτες, κουνουπίδι, ρόκα, χόρτα διάφορα, βολβούς, πατάτες, κρεμμύδι φρέσκο ή ξερό) από τη Μαγνησία και τη Θεσσαλία, γλυκά, βότανα, αρτοσκευάσματα, όσπρια, αβγά από αλλού κ.λπ.

«Για μας το ζητούμενο είναι η ύπαρξη ενός αυστηρού μεν αλλά αποκεντρωτικού και μη γραφειοκρατικού νομοθετικού πλαισίου, που θα προωθεί και τη βιολογική γεωργία αλλά θα βοηθάει και τον καταναλωτή να έχει πιο φθηνό και φυσικά καθαρό προϊόν», λέει ο Θόδωρος Αρβανίτης, ο πρόεδρος του «Συλλόγου Βιοκαλλιεργητών – Λαϊκών Αγορών Αττικής» (ΣΥΒΙΛΑ).

Πρέπει να πούμε εδώ ότι, ακόμα, οι τιμές των βιολογικών είναι «τσιμπημένες» σε σχέση με αυτές των συμβατικών, γεγονός που σημαίνει ένα ποσοστό που κυμαίνεται από 20-30% πάνω ή ακόμα και διπλάσια τιμή, ανάλογα με το προϊόν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι καταναλωτές εμφανίζονται πια απέναντι στα βιολογικά λιγότερο διστακτικοί και δύσπιστοι και λόγω των ελέγχων που γίνονται στους πάγκους των Π.Λ.Α.ΒΙ.Π., όπως είπε ο πρόεδρος του ΣΥΒΙΛΑ. Κάποιοι παραγωγοί εκτιμούν ότι χρειάζονται και άλλοι δειγματοληπτικοί έλεγχοι. Ο Δημήτρης Τανής, παραγωγός από την Επίδαυρο, ενισχύει ακόμη περισσότερο την πρόταση αυτή λέγοντας: «Δεν πρέπει μόνο να ενισχυθούν οι δειγματοληψίες αλλά απαιτείται αυτοί που διενεργούν τους ελέγχους να γνωρίζουν τη δουλειά τους και να παίρνουν δύο αντί ένα πακέτα με το προϊόν που θα ελεγχθεί. Κι αυτό, για πιο έγκυρο δειγματοληπτικό αποτέλεσμα».

Υπενθυμίζεται ότι ορισμένοι από τους καταναλωτές δεν είναι φιλικοί με τα χύδην βιολογικά προϊόντα, γιατί θεωρούν ότι αναμειγνύονται με συμβατικά και εξαπατούνται.

«Εμείς θέλουμε να γίνεται το καλύτερο, παρά το γεγονός ότι οι παραγωγοί οι δικοί μας “διυλίζονται” και καλώς, αλλά από την άλλη τα φυτοφάρμακα περνάνε ανεξέλεγκα σε μη βιολογικές αγορές», προσθέτει ο Θόδωρος Αρβανίτης.

Υποδομές

Οπως επισημαίνει ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Καταναλωτών «ΒΙΟΖΩ», Γιωργάκης Κωστής, «η δημιουργία των Π.Λ.Α.ΒΙ.Π. είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της σημερινής κοινωνίας, όπου οι παραγωγοί με δική τους πρωτοβουλία και αυτοδιαχείριση, με κανόνες δεοντολογίας και εσωτερικούς κανονισμούς κατόρθωσαν επί σειρά ετών να λειτουργήσουν σε περισσότερα από 20 σημεία σε όλη την Ελλάδα.

»Σήμερα», συνεχίζει ο ίδιος, «αν και οι παραγωγοί βιολογικών είναι χιλιάδες, στην πολυπληθή Αθήνα φτάνει ένα μικρό μέρος της παραγωγής από αγρότες – γεωργούς που δεν ξεπερνούν τους 100. Ενας από τους λόγους είναι ότι και οι υποδομές τυποποίησης και μεταφοράς από τα απομακρυσμένα σημεία της ελληνικής περιφέρειας προς τα κέντρα κατανάλωσης είναι ελάχιστες, με πρωτοβουλία κυρίως των ίδιων των παραγωγών».

«Παρά τις αντιξοότητες, η βιολογική γεωργία γενικώς στην Ελλάδα βρίσκεται σε καλό δρόμο. Αν στα επόμενα χρόνια πάρει ένα 5% πάνω, τότε θα μπορούμε να μιλάμε για πραγματική πρόοδο, όχι μόνο για μας τους παραγωγούς αλλά και για τους καταναλωτές», υποστηρίζει ο 35χρονος Γρηγόρης Καραμάνος, παραγωγός βιολογικών προϊόντων από το Ναύπλιο, ο οποίος πουλάει την πραμάτεια του και στις Π.Λ.Α.ΒΙ.Π. Γι’ αυτόν, το δίλημμα «χρήμα ή υγεία» δεν υπάρχει, αφού ποιότητα και υγεία τις εξασφαλίζει ο κοπιαστικός τρόπος της βιολογικής καλλιέργειας.

Πηγή: http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,id=51114856

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *